Mε τα μάτια ανοιχτά

20246090_157639961475494_301967964209803362_n

 

Χτες σκεφτόμουν να πάω θερινό σινεμά μιας και φέτος το καλοκαίρι δεν το είχα επισκεφθεί και ούτε είχα κοιτάξει ιδιαίτερα τις ταινίες. Εφόσον όμως έχω την τύχη να είναι ακριβώς δίπλα στο σπίτι μου πήρα γρήγορα την απόφαση χωρίς να με προλάβουν οι σκέψεις αναβολής και το δελεαστικό μαξιλάρι του κρεβατιού μου. Έριξα μια γρήγορη ματιά στο πρόγραμμα των ταινιών, διάβασα τον τίτλο της τρέχουσας ταινίας, διέκρινα ότι είχε αποσπάσει κάποια βραβεία και κλείνοντας την πόρτα πίσω μου συγκράτησα μόνο το πρόσωπο της κοπέλας. Ένα πρόσωπο καθαρό, φρέσκο, γεμάτο χαμόγελο, που πρόδιδε μόνο νιότη και ξεγνοιασιά.

Πρόκειται για μια τυνησιακή ταινία που περιγραφόταν ως νεανικό μελωδικό δράμα. Δεν ήμουν προετοιμασμένη να μελαγχολήσω βραδιάτικα στην πρώτη ταινία του καλοκαιριού αλλά ήταν ήδη αργά για να αλλάξω γνώμη. Έδωσα βιαστικά τα 5 ευρώ και προχώρησα στην σκοτεινή αίθουσα του θερινού κινηματογράφου ενώ η ταινία ήταν σε εξέλιξη. Είχα καθυστερήσει  λίγο και μέχρι να μπω στο νόημα της ταινίας έπιασα τον εαυτό μου να απολαμβάνει το κάθισμα μαζί με το γλυκόηχο αραβικό κομμάτι που έβγαινε από  την μελωδική κοριτσίστικη φωνή της πρωταγωνίστριας. Ένα κορίτσι σαν αυτά που βλέπουμε καθημερινά ανάμεσα μας σε μεγάλες παρέες που τραντάζονται από τα γέλια.  Έτσι και αυτή ήταν σε ένα περιβάλλον που θύμιζε πολύ τα φοιτητικά στέκια της Θεσσαλονίκης τύπου Μπιτ Μπαζάρ που είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στη νοελαία αλλά και το παλιότερο καφενείο Majestic στην παραλία όπου οι νέοι μπλέκονταν με τους γηραιότερους. Η μουσική ήταν μια αυθόρμητη, φυσική έκφραση μιας παρέας νεαρών στην Τύνιδα που ονειρεύονταν, εκφράζονταν, διασκέδαζαν και ταυτόχρονα μέσω αυτής ήθελαν να διαμαρτυρηθούν. Παράλληλα όμως με την ανάγκη έκφραση τους μέσω της μουσικής διακρινόταν και ο ενδοιασμός τους για το όριο που είχε αυτή η ελευθερία έκφρασης. Μπορούσαν να πουν όποιο τραγούδι τους άρεσε; Η συναυλία θα γινόταν; Θα μπορούσαν να διαφημιστούν ή να επικοινωνήσουν στο facebook;

Η Φάρα, ένα κορίτσι 18χρονο φαινόταν να μην αντιλαμβάβεται αυτούς τους φραγμούς. Σε όλη την διάρκεια της ταινίας ξεχείλιζε από νιότη, αυθορμητισμό και τόλμη που τη ζήλευες. Σε όλη εκτός από το τέλος που της τα πήραν όλα, μην αφήνοντας της ίχνος ονείρου για το μέλλον, έτσι  για να την ‘ηρεμήσουν’ όπως είχαν πει προειδοποιητικά στη μάνα της. Και έπειτα την επέστρεψαν άδεια, αφού πρώτα είχαν βεβαιωθεί ότι ένας 18χρονος άγγελος δεν θα αποτελεί πλέον απειλή στην βαθιά συντηρητική και θεοκρατούμενη κοινωνία. Η μάνα της που φαίνεται να είχε την ίδια μοίρα με την κόρη της διαγράφει μια πορεία πλάι της αρχικά ως μάνα που εμπιστεύεται αλλά ανησυχεί, έπειτα από φόβο μετατρέπεται σε μάνα- δυνάστη, ενώ στη μέση της ταινίας θα μαλακώσει αλλά θα δεν θα ησυχάσει. Κάποια στιγμή όμως θα κοντοσταθεί να τη θαυμάσει που τραγουδά και τολμά βλέποντας στο πρόσωπο της τον παλιό της εαυτό  και την κλεμμένη της νιότη. Και όσο πλησιάζει η ταινία στο τέλος της η υπέροχη αυτή μάνα σαν ηρωίδα τραγωδίας θα αγκαλιάσει σφιχτά το κορίτσι της, θα μαζέψει τα σκόρπια κομμάτια της  και όπως έκανε και η ίδια κάποτε για να επιβιώσει θα της σιγοψυθιρίσει το σκοπό ενός τραγουδιού και θα την καλέσει να κάνει και εκείνη το ίδιο. Και θα της πει ξανά και ξανά  “συνέχισε”.

Οι τίτλοι τέλους της ταινίας συνοδεύονται από την γνώριμη πλέον μουσική της ταινίας που αποτελεί ένα πάντρεμα της ροκ με την παραδοσιακή και η μελωδία της με ακολουθεί μέχρι να φτάσω στο δρόμο για να χαθεί στην πολύβουη παραλία, στους δικούς μας γνώριμους ήχους όπως μπαλαρίνα, αυτοκινητάκια, τσιρίδες παιδιών, γαβγίσματα σκυλιών, κορναρίσματα και πολλά άλλα. Αυτή τη φορά θα νιώσω καλά όμως με αυτούς τους ήχους.  Γιατί είναι η δική μου οικεία καθημερινότητα μέσα στην οποία κάνω το επάγγελμα που διάλεξα, πηγαίνω να διασκεδάσω στα μέρη που θέλω και μπορώ να γράψω στο blog ή σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χωρίς να λογοκριθώ. Ακόμα… Και εύχομαι να μην αλλάξει ποτέ αυτό αλλά δυστυχώς η ελευθερία λόγου και βούλησης δεν είναι καθόλου αυτονόητη και δεδομένη.

Advertisements